Quote image editor
“Όταν σηκωνόταν η Φερνάντα, έβρισκε το πρωινό έτοιμο και ξανάβγαινε απ' το δωμάτιο της μονάχα για να πάρει το φαγητό της, που ο Αουρελιάνο της το άφηνε σκεπασμένο πάνω στη χόβολη και που εκείνη το πήγαινε στην τραπεζαρία για να φάει στο λινό τραπεζομάντηλο με τα καντηλέρια, καθισμένη στο μοναχικό κεφάλι του τραπεζιού, έχοντας απέναντί της δεκαπέντε άδειες καρέκλες. Ακόμα και σ' αυτές τις περιστάσεις, ο Αουρελιάνο και η Φερνάντα δεν μοιράζονταν τη μοναξιά τους, αλλά εξακολουθούσαν να ζουν ο καθένας τη δικιά του, καθαρίζοντας ο καθένας το δωμάτιο του, ενώ οι αράχνες σκέπαζαν σαν χιόνι τους ροδώνες, ταπετσάριζαν τα δοκάρια, έστρωναν τους τοίχους.” — Gabriel García Márquez
Όταν σηκωνόταν η Φερνάντα, έβρισκε το πρωινό έτοιμο και ξανάβγαινε απ' το δωμάτιο της μονάχα για να πάρει το φαγητό της, που ο Αουρελιάνο της το άφηνε σκεπασμένο πάνω στη χόβολη και που εκείνη το πήγαινε στην τραπεζαρία για να φάει στο λινό τραπεζομάντηλο με τα καντηλέρια, καθισμένη στο μοναχικό κεφάλι του τραπεζιού, έχοντας απέναντί της δεκαπέντε άδειες καρέκλες. Ακόμα και σ' αυτές τις περιστάσεις, ο Αουρελιάνο και η Φερνάντα δεν μοιράζονταν τη μοναξιά τους, αλλά εξακολουθούσαν να ζουν ο καθένας τη δικιά του, καθαρίζοντας ο καθένας το δωμάτιο του, ενώ οι αράχνες σκέπαζαν σαν χιόνι τους ροδώνες, ταπετσάριζαν τα δοκάρια, έστρωναν τους τοίχους.